Αφου δεν καταφεραμε να δωσουμε δυναμη στο δικαιο, δωσαμε το δικαιο στη δυναμη..

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Ο Λευκός Λύκος που πρόδωσε την αγέλη



Ρωσια, Μόσχα
Νικολάι

ΣΗΜΕΡΑ. ΧΤΥΠΗΣΑ ΕΝΑ ΤΑΤΟΥΑΖ στο μέρος της καρδιάς, τον αγκυλωτό σταυρό με τον αετό. Στέκομαι μπρο­στά στον καθρέφτη γυμνός από τη μέση και πάνω και κάνω το χαιρετισμό ξανά και ξανά. Χτυπώ με τη γροθιά το στέρ­νο μου κι απλώνω το χέρι και την παλάμη μπροστά. Τον κέρ­δισα αυτόν το χαιρετισμό. Όταν πατούσα τον μπάσταρδο τον Καυκάσιο στο κεφάλι μέχρι να τα τινάξει έξω από τη Βλαντιμίρσκαγια. Με τον Ιβάν, τον Σάσα, τον Αλεξάντερ, τον Ντιμίτρι, τον Γκέοργκ. Εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ που μου ’πανε να ετοιμάσω τις λεπτομέρειες, για να μπω επίση­μα στην ομάδα. Θα περπατάω με ανοιχτό πουκάμισο κι όλοι θα ξέρουν τι πιστεύω και ποιος είμαι από το σήμα στο στέρ­νο. Θα βοηθήσω να καθαρίσει η πατρίδα μου.
Η Ρωσια για τους Ρώσους.
Είμαστε οι Λευκοί Λύκοι.
Όταν πατούσα τον Καυκάσιο ένιωθα μια δύναμη που τί­ναζε τις φλέβες στο κεφάλι μου. Σαν να πολεμούσα για την πατρίδα μου. Περνούσε κόσμος και κανείς δε σταμάτησε. Γιατί νιώθουν ασφαλείς μαζί μας. Γιατί διώχνουμε τη σαβούρα. Πέρυσι ο Αλεξάντερ δικάστηκε επειδή μαχαίρωσε έναν αράπη - και τον άφησαν ελεύθερο. Όλοι είναι με το μέ­ρος μας. Ανήκω στη Σλαβική Συμμαχία, λέω από μέσα μου ξανά και ξανά.
Αυτοί είναι η οικογένειά μου.
Σ’ αυτή τη χώρα ζουν Ρώσοι.
Ψόφα, γουρούνι. Μαύρε, κίτρινε σκατιάρη. Λευκή δύναμη.
Δε φοράμε καν κουκούλες. Στις εκτελέσεις κάποιοι φο­ρούν. Από σεβασμό στην παράδοση, όμως, όχι από φόβο.
Ξυρίζω το κεφάλι μου. Το περνάω με την ψιλή μηχανή. Έχει ωραίο σχήμα και είναι ολόλευκο.
Η συνάντησή μας είναι σ’ ένα δάσος δυο ώρες μακριά από τη Μόσχα. Παίρνω το τρένο. Χιονίζει πολύ, το δάσος εί­ναι άσπρο. Είμαστε τριάντα και ανήκουμε στην ομάδα κρού­σης "Λεγεώνα".
Βεβαιωνόμαστε ότι είμαστε όλοι εδώ και κάνουμε μια σειρά.
Τ’ αδέρφια μου καλωσορίζουν εμάς τους καινούριους και βγάζουν λόγο.
                 Δόξα στο ρωσικό λαό.
                 Να ψοφήσουν οι αλλοεθνείς.
Λευκά μου αδέρφια.
Με καλούν να προχωρήσω μπροστά, να φιλήσω τη σημαία και να παλέψω φιλικά με έναν άλλο νέο Λεγεωνάριο. Τον ξέρω γιατί πάμε στο ίδιο σχολείο. Βγάζω τη μπλούζα μου, φοράω τα γάντια και τον πλησιάζω. Το σήμα στο στήθος μου με καίει και μου δίνει δύναμη. Ο Λεγεωνάριος μου χαμογε­λάει. Ανταποδίδω. Ρίχνουμε μερικές μπουνιές.
 Μετά κάποιος φέρνει έναν άντρα δεμένο χειροπόδαρα. Φοράει κουκούλα στο πρόσωπο. Από ένα κλαδί κρεμούν ένα σκοινί, στο τέλος του κάνουν μια θηλιά. Φέρνουν ένα καφάσι και το βάζουν από κάτω. Τον ανεβάζουν. Τον έχω μπροστά μου. Κοιτάζω τα παπούτσια του. Το μεγάλο δάχτυλο του πο­διού του έχει τρυπήσει το παπούτσι και σχεδόν κρέμεται.
Ακούγονται ύμνοι... Ακούγονται λέξεις... Φυσική εξό­ντωση... Πίστη στο αίμα και στη γη μου... Το ρωσικό αίμα εί­ναι ζεστό... Η νέα φυλή θα επιβάλει την τάξη... Αγέλη λευ­κών φίλων...
Γαμώτο, αυτό το δάχτυλο το ξέρω. Αυτά τα παπούτσια τα ξέρω. Τι σκατά;
Κάποιος κλοτσάει το καφάσι. Ο κρεμασμένος τινάζεται αριστερά και δεξιά, τα πόδια του κουνιούνται σαν να τα ’χει πάρει ένας τρελός αέρας. Οι υπόλοιποι χειροκροτούν.
Ξαφνικά το κεφάλι μου κρυώνει.
Χυμάω κι αρπάζω το καφάσι, το ξαναβάζω στη θέση του, σκαρφαλώνω πάνω και σηκώνω το σώμα του άντρα που σπαρταράει ακόμα. Βγάζω από την τσέπη μου το σουγιά, κόβω το σκοινί και το σώμα σωριάζεται κάτω και βήχει.
Ο αγκυλωτός σταυρός λες και τρυπάει τη σάρκα και περ­νάει στην καρδιά μου.
Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει, κρυώνω, κρυώνω πολύ, γο­νατίζω και ξερνάω. Το χιόνι λιώνει από το ζεστό εμετό. Γυ­ρίζω στο πλάι και βλέπω τους Λευκούς Λύκους να με κοι­τούν. Μ’ έχουν περικυκλώσει και με κοιτούν. Τα δόντια τους γυαλίζουν. Είμαι μπερδεμένος. Προσπαθώ να πω το τρα­γούδι μας.
                 Σκουλήκια  Καυκάσιοι, πούστηδες  Τσετσένοι, σκουπίδια μαύροι, πίθικ..., ουρλιάζω κι ένα νέο κύμα ξερατού ανεβαί­νει στο στόμα μου. Οι Λύκοι με πλησιάζουν κι άλλο και κά­νουν έναν κύκλο γύρω μου.
                 Είσαι πολύ ξεφτίλας, γρυλίζουν.
                 Τι χέστης, λέει ο Γκέοργκ, αυτό δε θα περάσει έτσι.
                 Την έχεις βάψει, προδότη.
Φεύγουν ένας  ένας  φτύνοντας και μ’ αφήνουν δίπλα στον άντρα που βήχει ακόμα. Τρίβοντας το πρόσωπό του στο χιόνι έχει βγάλει την κουκούλα και με κοιτάζει.
— Νικολάι; λέει…

Ξαπλώνω ανάσκελα στο χιόνι. Λευκές τούφες χιονιού προσγειώνονται στο στόμα μου. Έτσι ξαπλωμένος ακούω τα ουρλιαχτά των λύκων που απομακρύνονται…



 -----------------------------------------------------------

Η Ρωσια παρουσιάζει έξαρση του νεοφασισμού. Εκατο­ντάδες μετανάστες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, ξυλοκοπούνται, βασανίζονται και εκτελούνται από ομά­δες νεοφασιστών που αυτοαποκαλούνται «Λεγεωνά­ριοι» και ανήκουν στην οργάνωση «Σλαβική Συμμαχία» (SS). Οι ποινές που επιβάλλει το δικαστήριο στους νεοφασίστες δεν είναι αντάξιες των πράξεων τους.
-------------------------------------------------------------- 

Το διήγημα  είναι παρμένο απο το βιβλίο της Ελένης Κατσαμά με τίτλο "ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ"
[Εκδ. Παττάκη 2010]
Αξίζει να πάρετε το βιβλίο και να το χαρίσετε σαν δωρο σε κάποιον έφηβο ώστε να έρθει σε επαφή με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν άλλοι νέοι στην ίδια ηλικία σε διάφορες περιοχές του κόσμου.
Όλες οι ιστορίες βασίζονται στην καθημερινή ρουτίνα κάποιων ανθρώπων στις διάφορες γωνιές του κόσμου.